Άφρο story
Άφρο story
Ήταν ένας από του τελευταίους Ιουνίους της προηγούμενης δεκαετίας, όταν έξι συμμαθητές
που είχαν τελειώσει πια για πάντα το σχολείο, μπήκαν ξημερώματα σε ένα παλιό λεωφορείο
του Κτελ. Σε λίγες ώρες σάλπαραν από τον Πειραιά για την Πάρο. Οι πρώτες τους διακοπές.
Στο κατάστρωμα ο Ιωακείμ κοιμόταν κατάκοπος, μπορούσες να δεις την κούραση στα γερμένα
του βλέφαρα. Ο Νικόλας πήρε τον αφρό ξυρίσματος και τον πασάλειψε, όσο οι υπόλοιποι
απαθανάτιζαν με τις αναλογικές τους μηχανές το πανάρχαιο πείραγμα.
Αυτή η ιστορία, είναι μια ιστορία ρηχού ψαροτούφεκου.
Κείμενο: Τάσος Καρτέρης, Φωτό: deep magazine
Κολυμπήθρες, Πάρος, 1998
Ο Σταύρος δανείστηκε μια παλιά μάσκα του αδερφού του Νικόλα. Την φόρεσε και πλατσούρισε
στο πεντακάθαρο νερό. Πλησίασε έναν έναν τους βράχους από γρανίτη. Το θέαμα τον καθήλωσε
για ακόμη μια φορά. Εκεί λίγα μέτρα από την ακτή, εκεί που ακόμα κι ένα παιδί «πατώνει»,
ένιωθε ότι βρισκόταν σ’ ένα άλλο σύμπαν, διαφορετικό, με άλλους κανόνες, άλλες τακτικές
και άλλες αιωρήσεις. Σήκωσε για λίγο το κεφάλι, μόνο και μόνο για να νιώσει τη
συναισθηματική ασφάλεια των φίλων του, που έλιωναν λίγο πιο κει, ξαπλωμένοι στον ήλιο.
Έπειτα ξανακοίταξε μέσα, τα όμορφα νερά που νικούσαν την βαρύτητα και ξαφνικά όχι μόνο
αυτή. Νικούσαν τα πάντα. Κάτι μικροσκοπικοί κακαρέλοι, που τότε του φάνηκαν θηρία, τον
πλησίασαν άφοβοι.
Αυτή η ιστορία, είναι μια ιστορία ρηχού ψαροτούφεκου.

Σ’ εκείνο ακριβώς το χρονικό σημείο, του γεννήθηκε μια ιδέα. Άλλοι το λένε αρχέγονο
ένστικτο, κι άλλοι αποδέσμευση από τον κόσμο και τη ματαιότητα του. Άλλοι απλά τo
δέχονται χωρίς να το ψάξουν, σα να μην έχουν απλά καμία επιλογή. Όπως και να’ χε, ήταν
εκείνο το σημείο που γεννήθηκε μια ιδέα: Να κυνηγήσει αυτά τα ψάρια στο στοιχείο τους.
Ο Δημήτρης συνήθιζε να μιλάει αργά, σχεδόν βασανιστικά κι ο Παναγιώτης σήκωνε λίγο τα
φρύδια όταν θα έλεγε κάτι σοβαρό. Ένα βράδυ ο Ιωακείμ και ο Αντρέας μάλωσαν για μια ξερή
στη δηλωτή. Ο Αντρέας πάντα είχε μια δυσκολία συγκέντρωσης. Αλλά ήταν γλυκιά, σχεδόν
ανεπαίσθητη. Μια μέρα έχασαν το τοπικό λεωφορείο για τη Χώρα, κι έκαναν ωτοστόπ σ’ έναν
ντόπιο, που τους λυπήθηκε και τους φόρτωσε στην καρότσα του. Ανέβηκαν γελώντας, σαν
παιδιά που δεν είχα τίποτε να χάσουν. Ένα άλλο βράδυ πάλι που ξέμειναν από λεφτά,
πλακώθηκαν για το ποιος θα φάει πιο πολύ σαλάτα στην ταβέρνα. Ο Σταύρος κέρδισε. Πάντα
κέρδιζε σε φαγητό-καυγάδες. Μα ότι κι αν γινόταν, στο τέλος κάθε μέρας ήταν μονιασμένοι,
χαμογελαστοί με μάτια που έβγαζαν σπίθες. Μετά τα μεσάνυχτα, αναψοκοκκινισμένοι,
φλέρταραν με τις τουρίστριες. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Τι σημασία έχει;
Το νησί θα τους κράταγε για πάντα μαζί, το ένιωθαν. Η πραγματική περιπέτεια τώρα μόλις
ξεκινούσε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Ο Νικόλας κι ο Δημήτρης θα γίνονταν ηλεκτρολόγοι,
ο Ιωακείμ μαθηματικός, ο Παναγιώτης φυσικός, ο Αντρέας κάτι ανεπαίσθητο, κι ο Σταύρος
ήθελε απλά ν’ αγοράσει ένα ψαροτούφεκο.
Την τελευταία μέρα πλατσούρισαν σε κάτι νεροτσουλήθρες, και το απόγευμα ο Σταύρος
ξαναβούτηξε με την παλιά μάσκα. Αυτή τη φορά τα νερά ήταν πιο κοφτά και μόλις είδε το
μπλε, φοβήθηκε. Γύρισε πίσω και αποφάσισε να πιάσει έναν αστερία που λιαζόταν στα 3
μέτρα, για να το παίξει δύτης στην παρέα. Βυθίστηκε άγαρμπα και τ’ αυτιά του παρ’ ολίγο
ν’ ανατιναχτούν. Μόλις συνήλθε μπήκε μέσα του μια αμφιβολία. Δεν είναι τόσο απλό.
Αυτή η ιστορία, θα είναι μια ιστορία ρηχού ψαροτούφεκου;

Φοινικούντα, Νότια Πελοπόννησος, Ιούνιος 2008
Ο Παναγιώτης δεν μπορούσε. Είχε μπλέξει με το φανταρικό ή κάτι τέτοιο. Ήταν εκεί όμως κι
ας έλειπε. Οι υπόλοιποι πέντε μπόρεσαν. Στριμώχτηκαν σ’ ένα αυτοκίνητο και αποφάσισαν να
γιορτάσουν επετειακά τις θρυλικές τους πρώτες διακοπές, δέκα χρόνια μετά. Κατηφόριζαν τον
επαρχιακό δρόμο της Κυπαρισσίας. Ο Ιωακείμ εκλογίκευε αστειευόμενος, δεν ξέρω πως, αλλά
πάντα το κατάφερνε, κι ο Ανδρέας προσπαθούσε να πιάσει free wireless κινούμενος με 90χλμ/
ώρα στο επαρχιακό οδικό δίκτυο... Αυτό σίγουρα δεν θα το κατάφερνε. Ο Νικόλας τους μίλαγε
για τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και ο Δημήτρης απαντούσε αργά και βασανιστικά, όπως
τότε. Ο Σταύρος μαζί με το sack voyage, κουβαλούσε μαζί και κάτι άλλο, καθόλου
απαρατήρητο. Το φουσκωτό του, γεμάτο όπλα, στολές, κάρμπον και βενζίνη! Ήταν πλέον
ξεκάθαρο:
Αυτή η ιστορία, είναι μια ιστορία ρηχού ψαροτούφεκου.
Έστησαν τις σκηνές τους σ’ ένα οργανωμένο κάμπινγκ κι άφησαν τη βάρκα στο λιμανάκι του
χωριού. Το βράδυ δεν είχαν κανένα κουράγιο να φλερτάρουν τις ξαναμμένες γερμανίδες,
μονάχα ήπιαν κι ήταν έξαφνα σαν χθες, που η μόνη τους σκοτούρα ήταν τα δύσκολα θέματα,
που θα έβαζε ο στριμμένος καθηγητής της Άλγεβρας. Λίγο πριν το ξημέρωμα ο Ιωακείμ πήρε
την εκδίκηση του για εκείνη τη φάρσα στο κατάστρωμα. Ξύπνησαν το μισό κάμπινγκ απ’ τα
γέλια, αλλά κανείς δεν τους μίλησε, ακολουθώντας τον χρυσό κανόνα: Ποτέ μην τσακώνεσαι με
μεθυσμένους.
Το επόμενο πρωί ο Σταύρος καβάλησε τη βάρκα του κι ανοίχτηκε στη Σχίζα να ψαρέψει.
Σκέφτηκε να ξυπνήσει και τον Αντρέα που τον συντρόφευε που και που στα ψαρέματα, αλλά τον
είδε να κοιμάται γαλήνια, τώρα πια καθόλου ανεπαίσθητα, και δεν του πήγε καρδιά να τον
ξυπνήσει. Ο βυθός του νησιού τον μάγεψε και ξεκίνησε να βουτάει βαθιά για τα δεδομένα
του. Κάπου εκεί πιέστηκε, δεν είχε και παρέα, άσε που αυτή η απέραντη διαύγεια σε
παρασύρει. Θυμήθηκε την Πάρο και τους κακαρέλους στα δυο μέτρα. Ανέβηκε στη βάρκα, πήρε
το 82αρι του και βγήκε έξω, εκεί που ψευτόσπαγε το κυματάκι.
Ο Δημήτρης ξύπνησε, έφτιαξε ένα φραπέ της κακιάς ώρας και άρχισε να ξυπνά και τους
υπόλοιπους. Με συνοπτικές διαδικασίες απεφάνθησαν ότι ο Σταύρος είχε πάει για ψάρεμα και
ότι έπρεπε οπωσδήποτε να περάσουν την μέρα, ένα με την ζεστή αμμούδα της Φοινικούντας.
Μετά θα έτρωγαν ότι είχε πιάσει ο άλλος και το βράδυ θα έπιναν. Οι πιο ξεκούραστοι θα την
έπεφταν στις γερμανίδες όπως τότε... Απλά πράγματα.

Κολύμπησε για ώρα χωρίς να δει τίποτε αξιόλογο. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Εκεί στα ρηχά
ξεχνιόταν, όπως τότε που ήταν παιδί. Οι αιωρήσεις είναι αλλιώτικες, το μυαλό σου
γαληνεύει, και δεν έχεις να σκεφτείς πολλά. Που θα πας, τι είναι κάτω από το μπλε, και
πως θα γυρίσεις πίσω. Εκεί δεν σκέφτεσαι πολλά. Έχεις περισσότερα βάρη στη ζώνη αλλά κατά
έναν μαγικό τρόπο είσαι πιο ελαφρύς. Ήταν πάλι παιδί, που στα ρηχά δεν χρειαζόταν να
σκεφτεί πολλά: όλα είναι εκεί μπροστά του. Ένα άλλο σύμπαν είναι εκεί σε απόσταση
αναπνοής: έντονα χρώματα, αστραφτερός βυθός και καμιά σκοτούρα. Δε χρειάζεται να ψάξεις
πολύ για να τα βρεις. Απλώνεις το χέρι, σαν παιδί, και σου προσφέρονται.
Σ’ έναν μικρό κολπίσκο στρίμωξε ένα κοπάδι άσπρα. Μπάφες και λαυράκια με ράχες που
σχεδόν ξενέριζαν. Πάταγε τη σκανδάλη και τα νερά γέμιζαν λέπια που ασήμιζαν στον ήλιο.
Ένιωθε ομορφότερα από ποτέ, παρά το ευτελές των θηραμάτων. Ίσως γιατί ήξερε ότι αυτά τα
ψάρια θα τα έτρωγαν οι φίλοι του κι ότι αυτή είναι μια ιστορία ρηχού ψαροτούφεκου.
Ο Νικόλας κι ο Δημήτρης έκαναν το διδακτορικό τους, ο Ιωακείμ κι ο Παναγιώτης πάλευαν
με τα ιδιαίτερα, ο Αντρέας σπούδαζε ακόμα, κι ο Σταύρος έβγαινε στην παραλία με τα ψάρια
που θα έτρωγαν. Ήταν απόγευμα αλλά ο ήλιος επέμενε να καίει. Τον προϋπάντησαν κι έπειτα
ξάπλωσαν όλοι στην παραλία, χωρίς να μιλούν. Για λίγο τους πήρε ο ύπνος. Μπορεί να
ονειρεύτηκαν την Πάρο ή το κατάστρωμα ή τα γέλια στην καρότσα. Μπορεί και όχι.
Το μόνο σίγουρο ήταν, ότι το βράδυ δεν θα μάλωναν για το φαγητό κι ότι αυτή, ήταν μια
ιστορία ανδρικής φιλίας.



