Gothic
Gothic
23.20
Τον λένε Φίλιππο. Είναι τριανταπέντε χρονών. Αύριο το μεσημέρι θα κατέβει στο λιμάνι, θα πηδήξει μετρημένα στη βάρκα του, θα λύσει τα σχοινιά, και θ’ ανοιχτεί στην ξέρα να ψαρέψει. Θα βάλει μπρος την εξωλέμβια, θα σταθεί όρθιος στο ντεκ, θα νιώσει το λίβα ως το κόκαλο και θ’ ανοιχτεί στην ξέρα να ψαρέψει.
Κείμενο: Τάσος Καρτέρης, Φωτό:deep magazine.
Όλα αυτά αύριο όμως.Απόψε τον λένε Φίλιππο, είναι τριανταπέντε χρονών, στέκεται μπροστά στον υπολογιστή του, βάζει ένα dvd με συναγρίδες, και σκέφτεται το αύριο. Το πόστο, το πρώτο καρτέρι, το όπλο, τα ψάρια μπαίνουν από δεξιά, η βολή, μια πόρτα που ανοίγει, το αγαντάρισμα, το χαμόγελο, μια γυναίκα τον ρωτάει ξαφνικά, το χαμόγελο, το ψάρι σπαρταράει, μια γυναίκα τον ρωτάει ξαφνικά: «πάλι αυτό το dvd βλέπεις;» Όλα μεμιάς σβήνουν από το μυαλό του, μέχρι την επόμενη στιγμή, που δεν αργεί να έρθει. Προς το παρόν, η πόρτα ανοίγει και μια γυναίκα τον ρωτάει ξαφνικά «πάλι αυτό το dvd βλέπεις;»
«Πρέπει να καταλάβεις ότι η ζωή δεν είναι μόνο ψάρεμα, θα κάνουμε οικογένεια, θα γίνεις πατέρας, δεν μπορείς να ασχολείσαι συνέχεια μ’ αυτά, θέλω να τα καταλαβαίνεις μόνος σου, δεν χρειάζεται να στα λέω εγώ.» Κλείνει το dvd, κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι, πολλά χρόνια πριν δεν θα το έκανε, πολλά χρόνια μετά ποιος ξέρει; Τώρα απαντάει μονολεκτικά, δεν είναι ακόμα έτοιμος να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει, τι έπρεπε να απαντήσει. Σκέφτεται μόνο το αύριο, την ώρα που θα αγκυρώσει τη βάρκα του, και θα βουτήξει. Κι είναι η εικόνα αυτή τόσο γλυκιά και αναβλητική, που δεν χρειάζεται τώρα να σκεφτεί τι έπρεπε να απαντήσει, τι έπρεπε να κάνει. Πολλά χρόνια πριν σίγουρα θά’ ξερε. Πολλά χρόνια μετά ποιος ξέρει;
Καταχωνιάζει το dvd στο συρτάρι του, και βγάζει από κει δυο τρία ρήματα που θα τον βγάλουν καθαρό μέχρι αύριο: σε καταλαβαίνω, έχεις δίκιο, έχω καιρό να πάω, σ’ αγαπώ. Και μετά το αύριο; Το πόστο, τα ψάρια μπαίνουν από δεξιά, η βολή, σε καταλαβαίνω, έχεις δίκιο, το ψάρι σπαρταράει, έχω καιρό να πάω, αναπνέει νικητής στην επιφάνεια, σ’ αγαπώ…
Τον λένε Φίλιππο. Είναι τριανταπέντε χρονών. Την έβγαλε καθαρή με λίγα ρήματα ως αύριο. Έχει ένα κόμπο στο λαιμό. Κι είναι φορές, που αυτός ο κόμπος, του σαβανώνει τα χαμόγελα. Έχει έναν κόμπο στο λαιμό, που είναι δικός του ολότελα. Πολλά χρόνια πριν δεν ήταν. Πολλά χρόνια μετά ποιος ξέρει;

00.40
Την κοιτάζει να κοιμάται. Πόσος καιρός έχει περάσει από τότε; Όλα απόψε είναι αθόρυβα. Πόσος καιρός έχει περάσει; Όλα απόψε είναι αθόρυβα: μα πιο πολύ η αναπνοή του. Την κοιτάζει να κοιμάται, και αναπνέει αθόρυβα να μην την ξυπνήσει. Τώρα θυμήθηκε: Δέκα.
Δέκα καλοκαίρια πριν, τίποτε δε θα’ ταν αθόρυβο. Θα της έπαιρνε κάθε ανάσα με φιλιά, και θα τυλίγονταν ιδρωμένοι στα σεντόνια, σαν σκυλιά που δεν είχαν τίποτε να χάσουν. Και τώρα τι έχουν να χάσουν; Δέκα καλοκαίρια, θυμήθηκε, και ανάπνευσε σιωπηλά. Ήθελε να την ξυπνήσει να της πει πως νιώθει, να της θυμήσει ποιος είναι, να της θυμήσει ποια είναι. Μα δεν τόλμησε. Οι λέξεις χάνουν την αξία τους αμέσως μόλις ειπωθούν.
00.43
Κοίταξε την ολοστρόγγυλη κοιλιά της και την χάιδεψε ασυναίσθητα. Έμεινε σιωπηλός. Οι λέξεις χάνουν την αξία τους αμέσως μόλις ειπωθούν. Έκλεισε τα μάτια. Το πόστο, τα ψάρια μπαίνουν από δεξιά, ένα μωρό χαμογελάει…Τον λένε Φίλιππο. Είναι τριανταπέντε χρονών. Κοιμάται.
10.50
Στον πλανήτη πάντα υπήρχαν δύο γένη: το γένος της στεριάς και το γένος του νερού.
Το γένος της στεριάς ξυπνάει, πίνει έναν καφέ, κάνει ένα τσιγάρο, πηγαίνει στη δουλειά, πίνει έναν καφέ, κάνει τσιγάρο, γυρίζει στο σπίτι, τρώει, και βλέπει τηλεόραση. Το γένος της στεριάς βλέπει τηλεόραση: η ανεργία μαστίζει, ο Κώστας τα ‘χει με την Τζούλια, θα μ’ αφήσετε να ολοκληρώσω, η ακρίβεια θερίζει, ο Τάκης χώρισε τη Στέλλα, μη με διακόπτετε, θα μ’ αφήσετε να ολοκληρώσω; Το γένος της στεριάς κοιμάται, ξυπνάει, τρώει, πίνει, και βλέπει τηλεόραση.
Το γένος του νερού όμως, κάθε πρωί κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο κι έπειτα πηγαίνει στη θάλασσα, και ψαρεύει ώσπου να πέσει ο ήλιος. Το γένος της στεριάς δεν ξέρει τι είναι η θάλασσα: κάποιοι νομίζουν ότι είναι μια ωραία θέα από ψηλά, και κάποιοι ότι είναι απλά το φόντο της ψαροταβέρνας που θα φάνε την Κυριακή. Το γένος της στεριάς νομίζει ότι η θάλασσα υπάρχει μοναχά τον Αύγουστο. Τον Σεπτέμβρη δεν υπάρχει. Ούτε τον χειμώνα μα ούτε και την άνοιξη. Το γένος του νερού απ΄ την άλλη, κάθε πρωί κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο κι έπειτα πηγαίνει στη θάλασσα, και ψαρεύει ώσπου να πέσει ο ήλιος.
Στον πλανήτη πάντα υπήρχαν δύο γένη: το γένος της στεριάς και το γένος του νερού. Κάποτε θα έρθει η ώρα να διαλέξεις, σε ποιο γένος ανήκεις. Τον λένε Φίλιππο. Είναι τριανταπέντε χρονών. Κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο. Θα πάει στη θάλασσα και θα ψαρέψει ώσπου να πέσει ο ήλιος.

11.55
Σχηματίζει έναν αριθμό στο κινητό του. Δεν τον καλεί. Θα θέλει να φύγουμε νωρίς. Κι αν δε θέλει; Θα θέλει να καρτερέψει πρώτος. Κι αν δεν θέλει; Τι ώρα είναι; Είναι αργά τώρα, δε θα μπορεί.Σχηματίζει έναν αριθμό. Δεν τον καλεί.
13.20
Ένα ψαροκάικο μπαίνει στο λιμανάκι. Το κοιτάζει. Έπειτα το βλέμμα του πέφτει πιο πέρα, στο φανάρι που αναβοσβήνει όλα αυτά τα χρόνια. Από κάτω, στα βραχάκια, έριχνε μικρός πετονιές με τον παππού. Κι όταν τέλειωνε το δόλωμα, ο παππούς σήκωνε το παντελόνι ως το γόνατο, και με περίσσια μαεστρία έβγαζε το σουγιαδάκι απ’ την τσέπη και ξεκόλλαγε τις πεταλίδες από τα βράχια. Ήταν το καλύτερο δόλωμα για τις τσιπούρες έλεγε. Το ψαροκάικο περνάει από μπροστά του. Στην πρύμνη ένας ηλιοκαμένος άντρας με τη γυναίκα του. Τον χαιρετούν. Ζηλεύει. Ανταποδίδει. Ήταν το καλύτερο δόλωμα για τις τσιπούρες έλεγε. Μετά από χρόνια ο Φίλιππος έπιασε την πρώτη του καλή τσιπούρα με το 90άρι του. Έτρεξε να τη δείξει στον παππού, μα εκείνος προσποιήθηκε τον αδιάφορο, τον σκληρό. Μέσα του όμως καμάρωνε για τον εγγονό του. Την επομένη κιόλας, το αφηγούταν σ’ ολόκληρο το καφενείο, φουσκώνοντας με παρρησία το στήθος. Στον Φίλιππο όμως αρκέστηκε σ’ ένα άγευστο, στεγνό μπράβο. Η αγάπη χάνει την αξία της αμέσως μόλις ειπωθεί. Σα να ήξεραν κι οι δύο. Σα να μην έπρεπε να μιλάνε ποτέ.
13.35
Πηδάει μετρημένα στη βάρκα του, λύνει τα σχοινιά, ανοίγεται στην ξέρα να ψαρέψει. Η εξωλέμβια βρυχάται, στέκεται όρθιος στα ντεκ και νιώθει το λίβα ως το κόκαλο. Τον λένε Φίλιππο. Ανήκει στο γένος της θάλασσας. Τριμάρει. Πρόσω.
14.50
Φουντάρει το σίδερο. Βγάζει το κοντομάνικο. Φουσκώνει τη σημαδούρα. Πόσος καιρός έχει περάσει από τότε; Φοράει το νεοπρέν. Στον πλανήτη πάντα υπήρχαν δύο γένη. Σφίγγει καλά τη ζώνη. Η αγάπη χάνει την αξία της αμέσως μόλις ειπωθεί. Οπλίζει. Γιατί τα σκέφτεται όλα αυτά; Αφού είναι στη θάλασσα. «Καθάρισε το μυαλό σου, μονολογεί, και ψάρεψε!» Μεσημέρι. Σηκιοί στα κατρακύλια. Σπάει τη μέση. Κάνει τις πρώτες πεδιλιές. Μετά από λίγο σηκώνει το κεφάλι. Νάτοι.. Σταματάει κάθε κίνηση. Κεντράρει σ’ έναν μεγάλο. Λίγο ακόμα. Τώρα! Του κάνει ευθανασία πριν ακόμα ανεβεί στην επιφάνεια. Βγαίνει. Αναπνέει ξέγνοιαστος! Ωραίος σηκιός.. Πόσος καιρός έχει περάσει;

18.10
Τον λένε Φίλιππο. Είναι τριάντα πέντε χρονών. Στο ψυγείο έχει δύο τροφαντούς σηκιούς, και μια ούγγαινα. Μα σα να πλησίασε η μεγάλη ώρα: Συναγρίδες…Τότε που όλα τα ξεχνάει. Όλα: πόσα ψάρια έχει πιάσει, πως τα έπιασε, τον δυσκόλεψαν ή όχι; Αν ήταν βαθιά, αν ήταν ρηχά, αν είχε καιρό, αν είχε καλοσύνη. Όλα τα ξεχνάει και συλλογίζεται μόνο τις συναγρίδες: το πόστο, τα ψάρια μπαίνουν από δεξιά, η βολή, μια μεγάλη σπαρταράει, αναπνέει θριαμβευτής στην επιφάνεια. Συναγρίδα! Τον λένε Φίλιππο. Ανήκει στο γένος της θάλασσας. Πλησιάζει στο πόστο που θα κυνηγήσει τις συναγρίδες.
18.14
Αναπνέει αργά. Βγάζει για λίγο το κεφάλι απ’ το νερό. Κοιτάζει τη βάρκα. Νιώθει πιο βέβαιος. Προσηλώνεται στο πόστο. Καταδύεται. Με το αριστερό χέρι κρατιέται απαλά από την πέτρα. Το όπλο κολλημένο πίσω, και μόνο τα μάτια του εξέχουν. Τα κλείνει και το κεφάλι του καθαρίζει απ’ όλα μονομιάς. Τ’ ανοίγει. Στο βάθος σπάνε οι παπαδιές. Χαμηλώνει λίγο ακόμα το βλέμμα. Ξανακοιτάει. Έρχονται..
18.16
Ανασαίνει ζαλισμένος στην επιφάνεια. Όχι ακόμη θριαμβευτής. Δεν πλησίαζαν με τίποτα. Μεγάλα αγέρωχα ψάρια. Μα δεν πλησίαζαν. Μυώδεις ουρές, κόκκινα λέπια.. Συναγρίδες. Έπρεπε να ανέβει νωρίτερα. Ξαφνικά νιώθει κουρασμένος. Καθαρός, μα κουρασμένος. Κοιτάζει τη βάρκα. Για μια απειροελάχιστη στιγμή σκέφτεται να φύγει, μα την αμέσως επόμενη, το «ένα τελευταίο καρτέρι», σαρώνει τα πάντα. Πάντα τα σάρωνε. Πάντα.
18.18
Χαλαρώνει. Δε σκέφτεται. Χαλαρώνει. Δε σκέφτεται. Έχει καρφώσει τα μάτια σε ένα μικρό γύλο και δε σκέφτεται. Τελευταία ανάσα. Την κρατάει, και σιωπηλά σπάει τη μέση. Ύστερα από κάμποσες δυνατές πεδιλιές, η αρνητική τον αφήνει βελούδινα στο πόστο. Περιμένει. Κοιτάζει αργά, περιμετρικά. Ησυχία. Περιμένει. Τα σεκόντ πέφτουν. Περιμένει. Ησυχία. Θέλει ν’ ανέβει… Μα μόνο μια στιγμή ακόμα…

18.19
Θέλει ν’ ανέβει. Μα οι καλόγριες σπάνε. Τα ψάρια μπαίνουν από δεξιά. Λουφάζει. Λίγο ακόμα και θα έρθουν. Όχι, φεύγουν.. Θέλει ν’ ανέβει. Ένα μωρό χαμογελάει.. Θέλει ν’ ανέβει ..Όχι! Μείνε. Ξανάρχονται. Η πόρτα ανοίγει, είναι πολύ μεγάλες, μια γυναίκα τον ρωτάει ξαφνικά, είναι πονηρές δεν πλησιάζουν, πάλι αυτό το dvd βλέπεις, λίγο ακόμη και θα’ ρθουν, κοντοστέκεται, η ζωή δεν είναι μόνο ψάρεμα, τελευταία ευκαιρία, οριακά.. ρίξε! Ήταν μακρυά. Αστόχησε. Η βέργα ίσα που τσίμπησε το ψάρι, κι έπειτα έπεσε, απελπιστικά γυμνή στα βράχια.
Νιώθει περίεργα. Ξεκινάει γρήγορα την ανάδυση. Πανικός. Θέλει ν’ ανέβει. Θέλει ν’ αναπνεύσει. Τα σεκόντ πέφτουν. Η αγάπη χάνει την αξία της αμέσως μόλις ειπωθεί. Τα πόδια του έχουν πάρει φωτιά. Σαν σκυλιά που δεν είχαν τίποτε να χάσουν. Κοιτάζει την επιφάνεια. Οι λέξεις χάνουν την αξία τους αμέσως μόλις ειπωθούν. Κοιτάζει ψηλά. Μόνο για εκείνη τη στιγμή, θα’ θελε να πει τις λέξεις που δεκαεννέα ώρες πριν σκεφτόταν. Όσο περισσότερες λέξεις μπορούσε: Θυμήσου. Ποια είσαι; Ποιος είμαι; Θυμήσου. Ένα μωρό χαμογελάει. Σ’ αγαπώ. Θυμήσου. Όσο περισσότερες λέξεις…
Λίγα μέτρα τον χωρίζουν από την επιφάνεια, κι όμως τί παράξενο: νιώθει ότι ήδη αναπνέει! Πως γίνεται αυτό; Είναι θαύμα; Αφού είμαι κάτω απ’ το νερό, πως αναπνέω; Πως μιλάω, πως λέω όσα θα ‘θελα να πω; Πως αναπνέω; Πως γίνεται να αναπνέω; Όλα πια, του μοιάζουν ανεξέλεγκτα ήρεμα, ανεξέλεγκτα γλυκά.
Κοιτάζει ξανά την επιφάνεια. Μα επιφάνεια πια, δεν υπάρχει.



