Επιτέλους φίλοι...
Επιτέλους φίλοι...

Πέρασαν τέσσερα χρόνια από τότε που σταμάτησα να κυνηγάω ροφούς. Ήταν τέλη καλοκαιριού και βρισκόμουν διακοπές αρκετές μέρες. Ήμουν ήρεμος και χαλαρός όπως μόνο μετά από μέρες διακοπών και ψαρέματος μπορεί να είσαι. Βρισκόμουν σε ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια, τον κάβο του Κατηγιώργη, όπου στο παρελθόν είχαμε κάνει πολλές ροφοκηδείες με τους κολητούς. Σε ένα κομμάτι πονηρό, μέσα στα φύκια. Μια έκταση καμιά διακοσαριά τετραγωνικά με πλάκες και τούνελ που μόνο σε ένα καλοκαίρι είχα πιάσει έντεκα ψάρια πάνω από δέκα κιλά το καθένα. Βλέπετε τότε νόμιζα ότι τον επόμενο χρόνο θα γεμίσει πάλι ροφούς, όπως όταν το πρωτοβρήκαμε. Τον επόμενο χρόνο έπιασα τρεις και στο τέλος είχε μείνει μόνο ένας που επίσης έπιασα: ένα πανέξυπνο ψάρι που έπεσε σε μια άτυχη στιγμή για εκείνο –τυχερή για τον κυνηγό του. Τον επόμενο χρόνο δεν είχε πια ροφούς. Επισκεπτόμουν πλέον το κομμάτι μόνο με την ελπίδα ότι «θα ανέβουν», κυνηγώντας σαργούς, σηκιούς και καμιά ξεστρατισμένη συναγρίδα, όταν το ρεύμα ήταν ευνοϊκό –όπως εκείνη την ημέρα. Προσγειώθηκα στην κορυφή ενός βράχινου όγκου και άρχισα να σέρνομαι προς την αποχή, όταν τον είδα. Βρισκόταν μέσα σε ένα κάθετο τούνελ και με κοίταζε απορημένος και περίεργος με το ένα μάτι, κρύβοντας το υπόλοιπο κεφάλι του πίσω από ένα εξόγκωμα του βράχου. Ήταν μεγάλος, ίσως δεκαπέντε κιλά. Το όπλο μου λοκάρησε πάνω του για μερικά δεύτερα. Στο μυαλό μου ήρθαν δεκάδες ροφοί του παρελθόντος που πέθαναν ακριβώς έτσι: κοιτάζοντας περίεργα και απορημένα. Σε μια απειροελάχιστη στιγμή σκέφτηκα απίστευτα πολλά πράγματα –πόσες σκέψεις αλήθεια χωράνε σε μια στιγμή... Τι να κάνω ένα μεγάλο ψάρι στην καρδιά του καλοκαιριού με την κατάψυξη ήδη γεμάτη, πόσο όμορφο ήταν το κομμάτι όταν το πρωτοβρήκα -μου φαινόταν πιο θολό τώρα- πόσο μου θύμιζε το σκύλο μου οπως με κοιτούσε... λες να ξαναμαζέψει σαργούς και συναγρίδες; Συνέχισα το σύρσιμο ως την αποχή και αναδύθηκα. Έκανα άλλη μια βουτιά, τον ξανασημάδεψα (πόσο αδύναμοι είμαστε οι θνητοί μερικές φορές, πόσο έρμαια των παθών μας) και μετά έμεινα να τον κοιτάζω και εκείνος το ίδιο. Είχα μόλις εξορκίσει τους δαίμονές μου. Από τότε έχω πιάσει τρία τέσσερα ψάρια, μικρομεσαίου μεγέθους, κυρίως για τις ανάγκες των DVD του περιοδικού (καταραμένο μεροκάματο) και την απίστευτη γεύση τους. Κυνηγετική ικανοποίηση καμία. Κενό. Μια ειρήνη πλέον επιτεύχθηκε μεταξύ μας, κάτι που αυτά τα έντονα διαισθητικά πλάσματα καταλαβαίνουν από τη στιγμή που θα πλησιάσω στο χώρο τους –και με αποδέχονται. Διασκεδάζω απίστευτα πια να καρτερεύω συναγρίδες στα «μυστικά» μου κομμάτια με ροφούς να σουλατσάρουν αδιάφορα. «Είναι άδικο έχοντας στο παρελθόν χτυπήσει τόσους ροφούς να πουλάς τέτοιες θεωρίες σε νέους ψαροτουφεκάδες που θα ταξίδευαν στην άλλη άκρη της Ελλάδας για ένα ψάρι», μου είπε τις προάλλες το κορίτσι. Έχει βέβαια πολύ δίκιο- κατά ένα μέρος όμως. Ποτέ δεν ζήτησα σε κάποιον να κάνει το ίδιο. Δεν πουλώ ηθική, απλά προσπαθώ να υποψιάσω. Να συντομεύσω το χρόνο ωρίμανσης που για μένα ήταν πολύς μια και μεγάλωσα με πρότυπα αρμαθιές-κουπιά-βουνά με ροφούς. Όπως και να γίνει, κέρδος θα είναι. Stay tuned.



