SSS...
SSS...


Θέλαμε να πάμε ένα κοντινό να κλείσουμε τη χρονιά με μια βαθιά βουτιά και αν ταίριαζε να βγάλουμε και ένα μεζέ για τις γιορτές. Θέλαμε επίσης να περάσουμε κάποια στίγματα για να κάνουμε βίντεο καμιά σφυρίδα οπότε χρειαζόμασταν και τρίτο στην παρέα. «Να πάρουμε τον Αντρέα» πρότεινε εύστοχα ο G. Ο Αντρέας δεν το σκέφτηκε και πολύ, αντίθετα ο G το βράδυ συναχώθηκε και μείναμε πάλι δύο. Θα μέναμε στο απλό σενάριο του μεζέ.
Παραδοσιακά νωρίς, περίπου στις 12.30 το μεσημέρι, φτάσαμε στο πάρκινγκ. Ο ήλιος έλαμπε και η θάλασσα ήταν ακύμαντη, όπως μόνο το χειμώνα τη βρίσκεις. Ρίξαμε τη βάρκα και σε 5 λεπτά είμασταν στο πρώτο κομμάτι. Το συννεφάκι με το ψιλό μαρτυρούσε την παρουσία κυνηγών, εκτός από εμάς. Στη δεύτερη βουτιά, με ένα καρτέρι έξω από μία γνωστή από το παρελθόν ρωγμή του βράχου έπιασα ένα σαργό. «Τάκος, μπράβο μαν!»σχολίασε ο κολητός. «Πήγαινε στην άλλη πλευρά της ρωγμής, θα έχουν μαζευτεί εκεί τώρα» του είπα. Βούτηξε, στάθηκε λίγο έξω από τη ρωγμή, ευθυγράμμισε το όπλο του και έριξε. Χαμός! «Πω, ρε ένας σάργαρος» σκέφτηκα βλέποντας ένα γυαλιστερό χοντρόψαρο να χτυπιέται στη βέργα του. Τελικά ήταν συναγρίδα! Ο Αντρέας αναδύθηκε περιχαρής. Συναγρίδα στη σαργοσχισμή...
Βγάλαμε φωτό και του είπα ότι ήθελα να κάνω μια βαθιά για το καλό. Πήγαμε σε ένα στίγμα εκεί δίπλα στα 38 μέτρα. Την ώρα που έφτασα κάτω είδα ένα σαργό να την κάνει με ελαφρά. ΚΑΟΥ! Το βέλος του διπλολάστιχου ενενηνταριού μου τον κάρφωσε στην άμμο. Ωραία! Πάμε;
Στο δρόμο προς τα πίσω περάσαμε δίπλα από ένα στίγμα και είπα να κάνω άλλη μία... Μια σφυρίδα ήταν εκεί και χώνευε ένα χταπόδι. Ήταν μάλλον βολική λόγω χώνεψης και τη σκότωσα συνοπτικά. Σε λίγες μέρες θα τη χωνεύαμε κι εμείς...
Ο Αντρέας ήρθε δίπλα με τη βάρκα και κοίταξε το όπλο με το άδειο μουλινέ:
«Ψάρι»;
«Ναι, σφυρίδα.»
«Βράχωσε;»
«Όχι, πέθανε»
Τη σήκωσε λίγο και βγήκε φούσκα, με την κοιλιά επάνω.
«Πάμε;» του είπα και συμφώνησε.
Βγάλαμε μερικές φωτό ακόμη με την απρόσμενα επιτυχημένη ψαριά.Σαργός 900gr. 800gr συναγρίδα 2300g, σφυρίδα 3400g. SSS…
«Προχτές πήγαμε στον κάβο Μαλιά και φάγαμε φόλα. Τι πράγμα απίστευτο είναι αυτή η θάλασσα;...»
Αναρωτήθηκε συνοψίζοντας επιτυχημένα ο Αντρέας.



