Συναγριδότρυπα!
Συναγριδότρυπα!





Το «skiron forecasts» έδειχνε μια τρύπα μπουνάτσας ανάμεσα σε γερές νοτιαδούρες: η αδυναμία μου, όπως και όλων των θαλάσσιων κυνηγών (ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται!). Φορτσάραμε λοιπόν τη δουλεια το Σάββατο και καταφέραμε μέχρι το βράδυ το περιοδικό να είναι έτοιμο. Την Κυριακή είχε βουτιά!
...Το πρωί (10.30!) μας βρήκε να κατηφορίζουμε την παραλιακή προς Ανάβυσσο που παρκάρω τη βάρκα. Εγώ, ο G (επίσημος κάμεραμαν και protégé), και ο D. Liapis, deck coordinator της ομάδας. Στόχος μας, βιντεοσκόπηση χεμερινού ψαροτούφεκου και βέβαια να πιάσουμε κανα φρέσκο ψαράκι για τις γιορτές.
Φορτώσαμε τον εξοπλισμό στο σκάφος και πήγαμε στο πρώτο κομμάτι, πέντε λεπτά απόσταση. Όπως είχα προαισθανθεί, το κομμάτι ήταν ζωντανό. Άφησα τους μικρούς να χαζέψουν με κάτι μελανούρια και βγήκα ανοιχτά. Ένας ροφός κανα δεκάρι κιλά μπήκε κάτω από τα πόδια μου και χάρηκα πολύ. Νόμιζα ότι αυτό το θαλάμι ήταν νεκρό χρόνια! Πήγα παραπέρα και έκανα ένα καρτέρι. Οι καλόγριες ήρθαν πάνω μου πανικόβλητες και ένα κοπάδι μανάλια μπήκε σε βολή. Για λίγο αμφιταλαντέυτηκα αν έπρεπε να ρίξω ή να φέρω κάμερα, αλλά κάπως ένιωθα ότι θα ξανάρθουν, οπότε... Το πρώτο ψάρι ήρθε στην επιφάνεια. Φώναξα τον G με την κάμερα. Στο δεύτερο καρτέρι ήρθαν, πιο διστακτικά, αλλά λίγη αναμονή τα έφερε μπροστά στην κάμερα και τραβήξαμε ένα φαντασμαγορικό πλάνο με βολή και τη σχετική μάχη.
Ήθελα άλλο ένα, για να πάρουμε ο καθένας από ένα ψάρι. Λίγο βαθύτερα, καρτερεύοντας πάνω σε μια σφυριδόπλακα, τα ψάρια ξαναφάνηκαν. Το βάθος τα έκανε να νιώθουν άνετα και ξαναπλησίασαν, κάνοντας ένα ακόμη διάσημο. Μετά έδωσα τη σκυτάλη στον G και πήρα την κάμερα. Βάρεσε άλλο ένα, μικρότερο. Αρκετά. Βγήκαμε στη βάρκα και αφού τραβήξαμε πολλές φωτό, είπαμε να πάμε για τη μεγάλη ιδέα:χειμωνιάτικες συναγρίδες. Ήξερα ένα κοπάδι που με τις νοτιαδούρες ανεβαίνει σε ένα ρηχό. Πολύ δύσκολες, σχεδόν άπιαστες. Είχα όμως το σχέδιό μου.
Αγκυροβολήσαμε όσο πιο ήσυχα γινόνταν. Είπα στον G να είναι κολλητά δίπλα μου, χωρίς μιλιά. Το νερό ήταν ημίθολο και σκοτεινό, από τη συννεφιά και την περασμένη ώρα. Στο δρόμο προς το πόστο μια συναγρίδα του κιλού μας υποδέχτηκε στα ρηχά. Καλό σημάδι! Φτάσαμε στη γωνία της ξέρας, εκεί που το δυτικό ρεύμα στριμώχνει το ψιλό και οι συναγρίδες το αποδεκατίζουν. Του έγνεψα «οκ» και μου απάντησε: «οκ». Φύγαμε για κάτω σχεδόν ταυτόχρονα. Προσγειώθηκα και κόλλησε δίπλα μου. Σε λίγο οι καλόγριες άρχισαν να χαμηλώνουν, στην αρχή αργά, μετά με ταχύτητα. Μια συναγρίδα -βόδι!- φάνηκε στον ορίζοντα. Έδειξε ότι θα μπει, αλλά τελευταία στιγμή, κατα πως το συνηθίζουν, έστριψε. Καπάνγκ! Ακούστηκε η μακρινή βολή. Φζζζζζζζ.... ξετυλίχτηκε ορμητικά το μουλινέ. Σίγουρος ότι δεν την πήρα καλά λόγω απόστασης, της άφηνα κορδόνι χωρίς αντίσταση μήπως χωθεί σε καμια τρύπα. Εγώ απλά κολυμπούσα γρήγορα προς την κατεύθυνση που έφευγε, αφήνοντας κορδόνι. Όταν σταμάτησε, εξακολούθησα να κατευθύνομαι προς τα εκεί, χωρίς να εξασκώ καθόλου δύναμη. Προς την κατεύθυνση που έφυγε, πριν από χρόνια είχα χάσει δύο συναγρίδες που αφού πήγαν στην ίδια τρύπα κατάφεραν να πετάξουν από πάνω τους τη βέργα. Το κορδόνι με οδηγούσε πάλι εκεί.
Η αγωνία μου ήταν στο αποκορύφωμα. Έφτασα πάνω από την τρύπα –την ίδια, τι μυστήριο- και έκανα μια μεσόνερη. Είδα τη βέργα έξω από ένα πλάγιο χαράκι. «Ξεψάρισε» σκέφτηκα, αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωσα τράβηγμα. «Ένα όπλο» ούρλιαξα στην επιφάνεια... ξανακατέβηκα, έφεξα στο χαράκι και είδα το ψάρι ανάποδα, με την κοιλιά επάνω, να κρατιέται στη βέργα από μια πέτσα. Της έχωσα μια στα γεμάτα και αναδύθηκα με μια άγρια χαρά να με πλημμυρίζει. Με άλλη μια βουτιά με σπηλαιοκατάδυση και βολή, την ανέβασα. Ήταν κτήνος!
Πανηγυρίζαμε κανα μισάωρο σαν παλαβοί, μέσα σε ένα μολυβένιο σούρουπο, ψιλόβροχο και απόλυτη μπουνάτσα.
Αγαπώ ψαροτούφεκο.



